ΕΡΤ: Να μπει τέλος στην υποβάθμιση των δημοσίων αγαθών

Ομιλία στην εκδήλωση ενημέρωσης για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στη Βόρεια Ελλάδα

Χαίρομαι ειλικρινά που βρισκόμαστε σήμερα όλοι οι θεσμικοί φορείς της πόλης για να συζητήσουμε ένα πρόβλημα που απασχολεί έντονα την τοπική κοινωνία, και όχι μόνο. Θα ήταν, βέβαια, ευτυχές αν όλοι είχαμε ανταποκριθεί νωρίτερα στο αίτημα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ 3 για κοινές πρωτοβουλίες και συντονισμένη δράση των φορέων της πόλης. Θα ήθελα πάντως να σημειώσω ότι είναι ιδιαίτερα θετικό ότι συζητάμε για το μέλλον της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης παρόντων –τελικά- των εργαζομένων της ΕΡΤ 3 που συνεχίζουν να αγωνίζονται για μια ελεύθερη και ανεξάρτητη δημόσια τηλεόραση.

Από την πρώτη στιγμή είχα πάρει θέση για το κλείσιμο της ΕΡΤ και συγκεκριμένα για τον τρόπο που έγινε. Η αιφνίδια διακοπή της λειτουργίας του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα εξέπεμψε σήμα κινδύνου διεθνώς για τη διολίσθηση της Δημοκρατίας στη χώρα, γεγονός που αποτυπώθηκε και στον διεθνή Τύπο. Εκτός από την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας και την συρρίκνωση του δικαιώματος των πολιτών στην ενημέρωση, ισχυρό πλήγμα αποτέλεσε και η έλλειψη ενός παιδευτικού μέσου μαζικής ενημέρωσης και αυτό το κενό, εμάς τους ακαδημαϊκούς δασκάλους μας ανησυχεί.

Η υπόθεση της ΕΡΤ δεν είναι ένα μεμονωμένο και αποσπασματικό γεγονός. Ο χαρακτήρας της υπόθεσης δεν είναι συμπτωματικός αλλά συστηματικός. Βρίσκεται στο πυρήνα της κυρίαρχης κυβερνητικής πολιτικής.
Το κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική απαξίωσης των δημοσίων αγαθών και συρρίκνωσης του δημοσίου τομέα. Η αίσθηση του δημοσίου, η αξίωση του συλλογικού και του κοινού υπονομεύεται συνεχώς και σκοπίμως στην Ελλάδα των Μνημονίων. Έτσι, μετά τα δημόσια πανεπιστήμια, τα σχολεία, το φυσικό περιβάλλον, όπως για παράδειγμα στη Χαλκιδική, το νερό της ύδρευσης στις μεγάλες πόλεις, τα δημόσια νοσοκομεία και το τομέα της υγείας, σειρά είχε η δημόσια ενημέρωση. Mε αφορμή την κρίση και πρόσχημα τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας και κυρίως ερήμην της κοινωνίας, η οποία ασφαλώς και θα έπρεπε να συναινεί, γίνεται ένας βαθύς μετασχηματισμός της ελληνικής δημόσιας ζωής στα πρότυπα και τα μέτρα του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος. Οι δημόσιες δομές συρρικνώνονται, υποβαθμίζονται ή διαλύονται και στη θέση τους ανοίγει ο δρόμος για ιδιωτικές, οι οποίες αργά ή γρήγορα θα ελεγχθούν από τους διεθνείς δανειστές μας και τα συμφέροντα που εκπροσωπούν. Δεν είναι αθώοι οι διεθνείς δανειστές της Ελλάδας.

Όπως έγραψε πρόσφατα σε άρθρο του ο Δημήτρης Παπανικολάου, λέκτορας του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, «Καθώς το Δημόσιο ως σύστημα διαχείρισης δαιμονοποιείται ως αενάως αντιπαραγωγικό και κοστοβόρο, κάτι πολύ πιο βαθύ, η έννοια του δημοσίου, εντέχνως ακυρώνεται. Σε πρώτη φάση υπονομεύεται η έννοια του δημόσιου και εκθειάζεται η σημασία της αγοράς. Σε δεύτερη φάση η σχέση μας με τα δημόσια αγαθά εξατομικεύεται. Και σε μια τρίτη φάση, η εξατομικευμένη αυτή σχέση φαίνεται πολύ λογικό ότι πρέπει και να ιδιωτικοποιηθεί, να διαμορφωθεί δηλαδή, απολύτως, με τους όρους της αγοράς.

Το πιο απλό παράδειγμα για να καταλάβει κανείς τη στρατηγική αυτή είναι η ανώτατη παιδεία. Μιλάμε λοιπόν για μια πορεία που πρέπει να περιγράφεται, σε στάδια, ως εξής: απαξίωση (του κοινού αγαθού), εξατομίκευση (της σχέσης με αυτό), ιδιωτικοποίηση. Τρία στάδια που χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού σε πολλές χώρες και με διαφορετικούς ρυθμούς. Στην Ελλάδα όλα τα στάδια, απαξίωση/εξατομίκευση/ιδιωτικοποίηση, φαίνεται σαν να πρέπει να γίνουν εντός εξαμήνου (όπως έδειξε η περίπτωση της ΕΡΤ), γι’ αυτό και καθίστανται και τόσο εμφανή.»

Τις πρώτες κιόλας μέρες, είχα εκφράσει το φόβο μου για το τι θα ακολουθούσε. Η χειρότερη εξέλιξη μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, θα ήταν η κυβερνητική ΕΡΤ που θα άνοιγε την επομένη. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν ακόμα χειρότερη, καθώς 7 μήνες μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, η χώρα συνεχίζει να μην έχει δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα αξιώσεων με την ΔΤ να μοιάζει περισσότερο με σκιά της ΕΡΤ και σε καμία περίπτωση να μην είναι σε θέση να καλύψει το εύρος των δραστηριοτήτων της ΕΡΤ. Ο νέος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας όπως σχεδιάζεται ακυρώνει τις διακηρύξεις περί δημιουργίας ενός ανεξάρτητου, πολυφωνικού και ποιοτικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Αντ’ αυτού, δημιουργείται ένας συρρικνωμένος αθηνοκεντρικός οργανισμός, που εξαφανίζει την περιφέρεια.

Στη Θεσσαλονίκη, λοιπόν, το πλήγμα ενάντια στην δημόσια ενημέρωση και την ελευθεροτυπία, προϋποθέσεις μιας λειτουργικής δημοκρατίας, είναι ακόμα μεγαλύτερο. Ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας στη Θεσσαλονίκη, παραμένοντας μακριά από τον ανταγωνισμό του κέντρου, ήταν φορέας του πνευματικού, εκπαιδευτικού και πολιτιστικού έργου στη Βόρεια Ελλάδα, στο οποίο το ΑΠΘ πρωτοστατούσε. Αυτήν η απουσία είναι παραπάνω από εμφανής.

Ο στραγγαλισμός της περιφέρειας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι για την Θεσσαλονίκη προβλέπονται μόλις 15 δημοσιογράφοι. Όπως σημείωσε η ΕΣΗΕΜ-Θ σε πρόσφατη ανακοίνωσή της «η προκήρυξη μόλις 15 θέσεων εργασίας για δημοσιογράφους στη ΝΕΡΙΤ δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το πώς αντιλαμβάνονται οι δημιουργοί του νέου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα το ρόλο της Θεσσαλονίκης: ως έδρα ενός στοιχειώδους ανταποκριτικού γραφείου. Οι διαδοχικές δεσμεύσεις όλων των πολιτικών προσώπων που εδώ και επτά μήνες υπόσχονταν ότι θα σχηματίσουν έναν αναβαθμισμένο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα πέφτουν στο κενό. Οι συνέπειες από την ακύρωση της Θεσσαλονίκης ως έδρας άρτιου και αυτόνομου ενημερωτικού σχήματος δεν έχουν τοπική μόνο εμβέλεια: χαρακτηρίζουν το σύνολο της κυβερνητικής αντίληψης για την ενημέρωση ως δημόσιο αγαθό και καθιστούν εξ ορισμού αδόκιμο το πολυδιαφημισμένο εγχείρημα της ΝΕΡΙΤ». Η προκήρυξη της ΝΕΡΙΤ επιβεβαιώνει ότι κινούμαστε προς μια απαξιωμένη και πλήρως ελεγχόμενη από τη κυβέρνηση δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι μια πραγματικά δημόσια τηλεόραση στη διάθεση της κοινωνίας και υπό δημόσιο έλεγχο. Κι όχι μια κρατική τηλεόραση ιδιοκτησία της εκάστοτε κυβέρνησης, δηλαδή του κόμματος ή των κομμάτων που υποστηρίζουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Κι αυτό που χρειάζεται και απαιτούν, σύσσωμοι σήμερα, οι θεσμικοί φορείς της Θεσσαλονίκης, είναι η διατήρησή της ως έδρα ενός αυτόνομου και πλήρως στελεχωμένου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Διαθέτοντας στο Αριστοτέλειο, το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, Τμήμα ΜΜΕ όχι μόνο επιθυμούμε την άμεση λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, αλλά και την ουσιαστική διασύνδεση του με το ΑΠΘ (πρακτική άσκηση, σεμινάρια, από κοινού παραγωγές), γεφυρώνοντας την Παιδεία με την Κοινωνία. Είμαστε σήμερα όλοι εδώ για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα των πολιτών της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας στην ποιοτική, ανεξάρτητη και δημόσια ενημέρωση.

Αναμφισβήτητα, σήμερα, πιο κοντά σε αυτούς τους στόχους βρίσκονται οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ που συνεχίζουν τον αγώνα τους παρά ο μεταβατικός φορέας της ΔΤ. Είναι ευτύχημα για τη Θεσσαλονίκη που, αυτούς τους 7 μήνες, ο αγώνας των εργαζομένων της ΕΡΤ3 κράτησε ζωντανή τόσο τη φωνή της πόλης όσο και την ανεξάρτητη δημόσια ενημέρωση. Συνεπώς, το αίτημα των εργαζομένων για επαναλειτουργία της ΕΡΤ και της ΕΡΤ 3 είναι δίκαιο, ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και είναι προς όφελος της κοινωνίας, της ελευθεροτυπίας και της ίδιας της δημοκρατίας.

του Γιάννη Μυλόπουλου
Πρύτανη ΑΠΘ

You may also like

Πούτιν: Πρόβα μονάρχη στην Κριμαία;

«Ο ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δεν αντιμετωπίζει με