Γιατί ανθούν οι δίδυμες «γαλάζιες» υποψηφιότητες;

Βράζει η Κεντροδεξιά κομματική βάση από τη «μνημονιακή» φορολογία

Στα δύο φαίνεται να έχει σπάσει λιγότερες από 100 ημέρες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές η συντηρητική παράταξη, εμφανίζοντας εικόνα αποσύνθεσης ιδίως στους μεγάλους δήμους και περιφέρειες της χώρας. Η εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου φέρνει την κυβέρνηση προ απροόπτου, καθώς πολιτικοί αναλυτές προεξοφλούσαν ότι ο «αδύναμος κρίκος» της θα ήταν το αποδυναμωμένο δημοσκοπικά ΠΑΣΟΚ, που θα καταβυθιζόταν μετά το άνοιγμα της κάλπης.

Στην πορεία, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα, καθώς μετρά ήδη δύο κόμματα στα δεξιά της («Ένωση για την Πατρίδα και το Λαό», «Ανεξάρτητοι Έλληνες»), ενώ η «Χρυσή Αυγή» εμφανίζει πτώση, χωρίς να απολέσει την Τρίτη θέση σε όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Η πρώτη και πρώιμη ερμηνεία θέλει την Νέα Δημοκρατία να υποφέρει από αδυναμία της ηγετικής ομάδες να ανιχνεύσει τις πραγματικές τάσεις στο παραδοσιακό ακροατήριό της, την ώρα που τα «καλώδια» μεταξύ Μεγάρου Μαξίμου και Λεωφόρου Συγγρού έχουν μπλοκάρει.

Ακόμη και αν σε υψηλές θέσεις της κομματικής ιεραρχίας δεν υπάρχει η απαραίτητη αντιληπτική ικανότητα, ο «γαλάζιος εμφύλιος» έχει ρίζες βαθύτερες. Η επίθεση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολου Τζτιζικώστα στο ΠΑΣΟΚ ανήμερα της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου δεν ήταν απλώς ένα λεκτικό ατόπημα. Ο νεαρός Περιφερειάρχης και γόνος πολιτικής οικογένειας της Βόρειας Ελλάδας φαίνεται πως «έπιασε το νόημα». Το «γαλάζιο αντιμνημόνιο» απλώνεται σαν πέπλο πάνω από το πλήθος της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.

Η υπερφορολόγηση, ιδίως της ακίνητης περιουσίας, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας κυρίως στα παιδιά των «νοικοκυραίων» και η επαγγελματική αβεβαιότητα, εκτοξεύουν στα ύψη τη δυσαρέσκεια προς την παράταξη. Ο μεγαλύτερος κορμός των δημοσίων υπαλλήλων ανήκε στην εκλογική πελατεία του ΠΑΣΟΚ και εσχάτως μετακόμισε στο ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας έναν έστω πετσοκομμένο μισθό.

Στον αντίποδα, μικρομεσαίοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, «άτλαντες» επί δεκαετίες της συντηρητικής παράταξης αναζητούν εργασία και έσοδα, παράλληλα και με άλλη εκλογική επιλογή, αναπολώντας ενίοτε τις «καλές εποχές» της διακυβέρνησης Καραμανλή. Όσοι πολιτικοί πρωταγωνιστές δεν επιθυμούν να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο με το εναπομείναν παραταξιακό τους ακροατήριο, δεν αλλάζουν κόμμα. Αλλάζουν απλά συνήθειες, αμφισβητώντας τις κεντρικές επιλογές κατά πρόσωπο.

Τόσο ο Απόστολος Τζιτζικώστας και πολύ περισσότερο ο Νικήτας Κακλαμάνης απηχούν τη «λαϊκή δεξιά», την μαζική έκφραση των χαμηλότερων αλλά μαζικότερων κοινωνικών στρωμάτων της παράταξης.

«Όποιος καταθέτει υποψηφιότητα… καταθέτει. Τώρα πίνουμε τσάι με λεμόνι», σχολίασε χθες στη Βουλή ο πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, μετά την ανακοίνωση των δύο υποψηφιοτήτων, Άρη Σπηλιωτόπουλου και Νικήτα Κακλαμάνη για το δήμο Αθηναίων. Σαν να έκανε ο ίδιος ένα διάλειμμα από μια μάχη που προμηνύεται σφοδρή.

You may also like

Τσίπρας: Τερματισμός της τουρκικής παραβατικότητας στο Αιγαίο

Οι συνομιλίες μας εκτός από ουσιαστικές και ειλικρινείς